Λιγνάδης & Συναίνεση

Λιγνάδης

Λιγνάδης & Συναίνεση

Έχω στο παρελθόν αναφερθεί στο τεκμήριο της αθωότητας ως ένα από τα βασικά εργαλεία της Δημοκρατίας. Και αυτό επειδή, ανάμεσα σε άλλα, λειτουργεί ως Δημοκρατικός μηχανισμός που σταματά πρακτικές απολυταρχικών καθεστώτων. Όπως για παράδειγμα την φυλάκιση των πολιτικών αντιπάλων. Σε αυτήν την αρένα αίματος που είναι η πολιτική εδώ και χιλιάδες χρόνια, τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, σταματούν τις πρακτικές που απειλούν την Δημοκρατία.

Και κάπου εδώ έρχεται το metoo.

Ένα φεμινιστικό κίνημα που με σημαία του την ασφάλεια των γυναικών, προτείνει πως κάποια από τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα δεν πρέπει να ισχύουν για τους άντρες. Χρησιμοποιώντας το έγκλημα του βιασμού ή και των δολοφονιών γυναικών ως πρόφαση για να πετύχει τους σκοπούς του. Το πως επιχειρεί να βάλλει τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα των αντρών χρησιμοποιώντας ως Δούρειο Ίππο τον νεολογισμό της “γυναικοκτονίας” ανέλυσα σε μια ανοιχτή επιστολή προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Την προσπάθεια των φεμινιστριών να αφαιρέσουν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα των των αντρών με πρόφαση του εγκλήματος του βιασμού έχω αναλύσει σε παλιότερα άρθρα.

Τα άρθρα αυτά αναφερόντουσαν όμως σε άλλες χώρες οι οποίες αγκάλιασαν το κίνημα του metoo με καταστροφικά αποτελέσματα. Όπως πχ ο Καναδάς, η Αγγλία και η Αμερική. Στα άρθρα αυτά εξηγούσα λεπτομερώς τους κινδύνους του κινήματος, εάν αυτό έρθει στην Ελληνική πραγματικότητα.

Κάτι το οποίο έγινε πριν από έναν χρόνο.

Τώρα λοιπόν, ένα χρόνο μετά το ξεκίνημα του Ελληνικού metoo, και μετά από την εξέλιξη πολλών υποθέσεων που το αφορά, είναι καιρός να επισκεφτούμε ξανά το θέμα αυτό, αυτή την φορά με περισσότερα στοιχεία που αποδεικνύουν τις προβλέψεις που είχα κάνει στα παλιότερα άρθρα μου.

Το metoo χρησιμοποιεί συκεκριμένες πρακτικές. Για αρχή κατηγορεί για σεξουαλική παρενόχληση ή για βιασμό -συνήθως- άντρες με εξουσία χωρίς απτές αποδείξεις. Για περιστατικά που μπορεί να συνέβησαν δεκάδες χρόνια πριν. Χωρίς όμως να μπορούν να αποδειχτούν οι καταγγελίες αυτές, νομικά δεν στέκουν. Δεν μπορεί δηλαδή να καταδικαστεί κάποιος άντρας (ή γυναίκα) για ένα έγκλημα, πόσο μάλλον τόσο σοβαρό χωρίς να υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία. Εκεί λοιπόν το metoo χρησιμοποιώντας το έδαφος που έχει χτίσει ήδη ο φεμινισμός με άλλες πολιτικές, προφασίζεται πως ο βιασμός είναι ένα “ιδιαίτερο” έγκλημα που δύσκολα μπορεί να αποδειχτεί και που πρέπει να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από την Δικαιοσύνη.

Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια.

Όπως και κάθε άλλο έγκλημα, ο βιασμός έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που μπορούν να αποδειχτούν σε Δικαστήριο. Όπως μηνύματα, μαρτυρίες, σημάδια, ιατροδικαστικές εξετάσεις κτλ. Και ναι κάποιες φορές σίγουρα, όπως και σε άλλα εγκλήματα εξάλλου, υπάρχει πιθανότητα να αθωωθεί κάποιος ένοχος εξαιτίας έλλειψης στοιχείων. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως αυτόματα πρέπει να αλλάξει όλο το νομικό σύστημα για να αποκλείσει αυτές τις περιπτώσεις μιας και τα αποτελέσματα θα ήταν καταστροφικά.

Αυτό ακριβώς όμως ζητάει το κίνημα του metoo με το σύνθημα “πιστεύουμε τις γυναίκες”. Το οποίο όπως είδαμε ξεκίνησε αρχικά με “αθώες” προθέσεις, και κατάληξε να επαναλαμβάνεται ακόμα και στις περιπτώσεις που τα στοιχεία δείχνουν ότι δεν έγινε βιασμός.

Η απαίτηση λοιπόν του κινήματος είναι απλή.

Όταν μια γυναίκα κατηγορεί έναν άντρα για βιασμό, αυτό πρέπει να γίνει αυτόματα πιστευτό. Ακόμα και εάν δεν υπάρχουν στοιχεία, αλλά και ακόμα και όταν τα στοιχεία δείχνουν ότι δεν υπήρχε βιασμός. Αυτό είναι ανήθικο, άδικο και βαθιά απάνθρωπο και λειτουργεί καταστροφικά σε μια έννομη δημοκρατική κοινωνία. Στο Ισραήλ για παράδειγμα ακόμα και εάν ένας άντρας έχει στοιχεία ότι βρίσκονταν αλλού την ημέρα και την ώρα που κατηγορείται ότι βίασε μια γυναίκα, ακόμα και βίντεο, η αστυνομία οφείλει να τον συλλάβει. Μέσα από τις νομικές αλλαγές που απαίτησε το metoo.

Οι φεμινίστριες λοιπόν απαιτούν την αλλαγή του Ποινικού Κώδικα για το έγκλημα του βιασμού συγκεκριμένα (όπως και της ανθρωποκτονίας), εξηγώντας μας πως για να ζούμε σε ασφαλέστερες κοινωνίες οι άντρες δεν πρέπει να έχουν τεκμήριο της αθωότητας και πως πρέπει να φυλακίζονται την ίδια στιγμή που μια γυναίκα καταγγέλλει ότι βιάστηκε. Για να το πετύχουν αυτό λοιπόν απαίτησαν πρώτα να αλλάξει η έννοια του βιασμού νομικά. Και κατά επέκταση ο τρόπος που σκεφτόμαστε και αντιλαμβανόμαστε το έγκλημα αυτό. Κάτι που έγινε το 2019 επί κυβέρνησης Τσίπρα και που χαρακτηρίστηκε στα ΜΜΕ ως “μια μεγάλη νίκη του φεμινισμού”.

Μια μεγάλη νίκη του φεμινισμού.

Τι έλεγαν λοιπόν οι φεμινίστριες; Έλεγαν με το σύνθημα το “όχι σημαίνει όχι” πως οποιαδήποτε ερωτική πράξη χωρίς την συναίνεση του θύματος σημαίνει πως αυτό έχει βιαστεί, ακόμα και εάν δεν έχει δεχτεί βία ή εξαναγκασμό. Φέρνοντας ως παράδειγμα τις περιπτώσεις που το θύμα ήταν ναρκωμένο και χωρίς τις αισθήσεις του, και πως άρα μπορεί να μην αντιστάθηκε ή να του ασκήθηκε βία, όμως αυτό παραμένει βιασμός επειδή έγινε χωρίς την συναίνεση του επειδή ήταν αναίσθητο. Και φυσικά αυτό που περιγράφουν είναι βιασμός. Όμως δεν απαίτησαν να αλλάξει η νομοθεσία ώστε να συμπεριλάβει και τα αναίσθητα θύματα ως θύματα βιασμού.

Όχι. Απαίτησαν με αυτήν την πάλι “αθώα” πρόθεση να συμπεριληφθεί η έννοια της θετικής συναίνεσης στο έγκλημα του βιασμού γενικά και αόριστα. Και οι κοινωνίες μας το αποδέχτηκαν. Και εκεί είναι που ξεκινά το πανηγύρι. Επειδή οι φεμινίστριες έχοντας πλέον καθιερώσει στο νομικό πλαίσιο το θέμα της συναίνεσης ξεκίνησαν να απαιτούν άλλα πράγματα από αυτά που αρχικά υποστήριζαν. Δεν έμειναν δηλαδή στο ότι εάν κάποιο θύμα είναι αναίσθητο τότε έχει βιαστεί. Όχι. Άρχισαν να διευρύνουν το φάσμα της θετικής συναίνεσης. Και να μας εξηγούν πως στην κατηγορία του βιασμού ανήκουν πληθώρα άλλα περιστατικά. Όπως το αλκοόλ. Άρχισαν δηλαδή να λένε πως εφόσον μια γυναίκα έχει πιει αλκοόλ, δεν είναι ικανή να δώσει συναίνεση. Και άρα η συναίνεση που έδωσε δεν μετράει.

Σκεφτείτε το λίγο. Σκεφτείτε μια κοινωνία όπου οι πράξεις που συναινετικά κάνει μια γυναίκα δεν θεωρούνται συναινετικές επειδή είχε πιει αλκοόλ. Η υπογραφή σε ένα συμβόλαιο για παράδειγμα. Υπογράφει μια γυναίκα ένα συμβόλαιο και μετά ισχυρίζεται ότι ήταν μεθυσμένη και άρα η υπογραφή της δεν μετράει.

Ή πως πριν από 20 χρόνια ήταν μεθυσμένη και πως άρα η υπογραφή της δεν μετρούσε.

Παραμένει λοιπόν απόλυτη ευθύνη της γυναίκας το εάν και το πόσο θα πιει αλκοόλ. Κρίνοντας η ίδια τις περιστάσεις, και σε καμία περίπτωση δεν φέρει ευθύνη ένας άντρας για αυτό. Πόσο μάλλον όταν και ο ίδιος έχει καταναλώσει αλκοόλ. Δεν γίνεται λοιπόν να έχουν καταναλώσει αλκοόλ ένας άντρας και μια γυναίκα, αλλά η νομοθεσία να κρίνει πως η γυναίκα δεν ήταν σε θέση να ελέγξει τις πράξεις της, και άρα να μην είναι σε θέση να δώσει συναίνεση, ενώ ο άντρας ήταν. Παρόλα αυτά αυτό ακριβώς λένε οι φεμινίστριες. Και έτσι απαιτούν να λειτουργεί και ο νόμος χρησιμοποιώντας παραπλανητικά την έννοια της συναίνεσης. Σύμφωνα με την οποία, και ένας άντρας που είχε πιει δεν ήταν σε θέση να δώσει συναίνεση. Και άρα να έχει βιαστεί.

Εκεί λοιπόν ο φεμινισμός επιστρέφει στην αρχική έννοια του βιασμού. Σου λέει ο άντρας είναι πιο δυνατός, πως βιάστηκε; Άρα τα ήθελε και άρα δεν ήταν βιασμός. Μας λέει δηλαδή πως ο βιασμός σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει επειδή επικαλείται την αρχική έννοια του βιασμού. Που όριζε πως για να υπάρχει βιασμός πρέπει να υπάρχει (και) βία. Χρησιμοποιούν δηλαδή την ίδια την αρχική έννοια του βιασμού που οι ίδιες ήθελαν να αλλάξει, για να σου εξηγήσουν ότι ο άντρας δεν μπορεί να έχει βιαστεί εάν είχε πιει αλκοόλ επειδή είναι δυνατότερος. Άλλη για παράδειγμα φεμινίστρια θα πει πως “έλα μωρέ αφού όλοι οι άντρες το θέλουν”. Και μπορεί να έχει και δίκιο. Αλλά όταν κάποιος πει πως “έλα μωρέ αφού όλες οι γυναίκες το θέλουν”, τότε αυτόματα είναι σεξιστής, μισογύνης, ακυρώνεται και στιγματίζεται ως “εκπαιδευτής βιαστών”.

Και δεν είναι αυτός ο μόνος τρόπος που το κάνουν.

Σε άλλες περιπτώσεις μας εξηγούν πως δόθηκε αρχικά συναίνεση αλλά πως στην πορεία η γυναίκα την ανακάλεσε. Χωρίς στοιχεία λοιπόν πως μπορεί να αποδειχτεί κάτι τέτοιο σε ένα Δικαστήριο; Δεν μπορεί. Εκεί λοιπόν οι φεμινίστριες μας λένε ότι “πρέπει να πιστεύουμε τις γυναίκες”. Και άρα να φυλακίζονται οι άντρες που κατηγορούνται χωρίς στοιχεία, για κάτι που πιθανώς να μην έγινε. Και δεν λένε μόνο αυτό. Λένε επίσης πως σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί το φερόμενο ως θύμα απλά να σκέφτηκε πως ανακάλεσε την συναίνεση του, να μην το επικοινωνήσει στον σύντροφο του, αλλά παρόλα αυτά να καταδικαστεί ο άντρας για βιασμό. Κάτι που όπως θα δούμε παρακάτω χρησιμοποιήθηκε στην βασικότερη του Ελληνικού metoo.

Άλλες περιπτώσεις βιασμού που μας εξηγεί το metoo είναι και αυτές που αφορούν τις “σχέσεις εξουσίας”. Ότι δηλαδή το φερόμενο ως θύμα έδωσε συναίνεση για να κάνει σεξ με έναν άντρα που έχει εξουσία, αλλά πως στην πραγματικότητα δεν ήθελε να δώσει συναίνεση, πως το έκανε πχ για να προστατέψει την καριέρα του, όπως έγινε στην περίπτωση της Μπεκατώρου, και πως και πάλι η συναίνεση του θύματος δεν ισχύει. Στην περίπτωση δε της Μπεκατώρου χρησιμοποιήθηκε η πρόφαση πως αρχικά είπε “όχι” στον κατηγορούμενο, κάτι για το οποίο δεν μπορεί να προσφέρει στοιχεία αλλά καλούμαστε “να πιστέψουμε”. Και ακόμα και εάν το πιστέψουμε όμως χωρίς στοιχεία, έστω ότι μετά το “όχι” ο κατηγορούμενος επέμενε με γλυκόλογα και την έπεισε να κάνει σεξ μαζί του. Όπως και έκανε μιας και η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη και στην ίδια δεν ασκήθηκε βία ή λεκτικός εκβιασμός.

Δηλαδή η έννοια της συναίνεση εκφράζεται μέσω πολλών παραγόντων.

Όπως πόσο καιρό είναι ένα ζευγάρι μαζί, γλώσσα σώματος, επιθυμία, υπονοούμενα, υποσχέσεις και φυσικά με την εμφανή λεκτική ή σωματική απώθηση όταν δεν συναινούμε. Δηλαδή σπρώχνοντας τον άλλον ή λέγοντας του να σταματήσει. Εκεί όμως όπως θα δούμε πιο κάτω, τα φερόμενα ως θύματα βιασμών που υποθετικά έγιναν μέχρι και 12 χρόνια πριν, σου λένε ότι “παγωσαν” όλες τις φορές που έκαναν σεξ με τον κατηγορούμενο. Και πως επειδή “πάγωσαν” δεν μπορούσαν να σπρώξουν τον κατηγορούμενο ή να του πουν να σταματήσει. Και ας είχαν και σχέση μαζί του.

Με την ίδια λογική υποστηρίζουν πως όλες οι ερωτικές συνευρέσεις ανάμεσα σε έναν άντρα και μια σεξεργάτρια είναι μη συναινετικές, εφόσον η σεξεργάτρια χρειάζεται τα χρήματα για να ζήσει και δεν θα συναινούσε σε αυτή την πράξη σε διαφορετικές συνθήκες. Αφαιρούν δηλαδή το “εργάτρια” από το σεξ και μας εξηγούν πως το σεξ αυτό είναι βιασμός. Υπάρχουν κυριολεκτικά εκατοντάδες άλλοι τρόποι να παρουσιάσουν το συναινετικό σεξ ως μη συναινετικό, ακόμα και όταν έχει δοθεί συναίνεση. Ήδη εδώ και χρόνια μας εξηγούν πως το σεξ που κάνει μια γυναίκα σε γάμο δεν είναι συναινετικό όταν δεν το ευχαριστιέται.

Ή πως το κάνει επειδή εξαρτάται οικονομικά από τον άντρα.

Βλέπουμε δηλαδή πως πήρανε την έννοια του εγκλήματος του βιασμού και την ξεχείλωσαν σε τέτοιο βαθμό που πλέον για το έγκλημα αυτό κατηγορούνται άντρες που έκαναν σεξ μετά από μια έξοδο σε ένα μπαρ, ως βιαστές. Τι κάνει λοιπόν μετά από όλο αυτό το metoo; Μετά από μια καταγγελία προς έναν επώνυμο -συνήθως- άντρα τον προδικάζει προκαλώντας την κοινωνία να συμμετάσχει στην εικονική του καταδίκη. Χωρίς όμως να εξηγεί στην κοινωνία για τι ακριβώς τον κατηγορεί. Ας δούμε την μεγαλύτερη υπόθεση του Ελληνικού metoo που λειτούργησε και ως σημαία του.

Την υπόθεση Λιγνάδη.

Για αρχή η υπόθεση Λιγνάδη πήρε αμέσως φωτιά και εξαπλώθηκε σαν πυρκαγιά στα ΜΜΕ επειδή ο Λιγνάδης στιγματίστηκε ως “παιδεραστής”. Μια λέξη που χτυπάει βαθιά στο κοινωνικό συναίσθημα, το οποίο βιάστηκε να απαιτήσει την άμεση τιμωρία του. Όμως αυτό δεν είναι αλήθεια. Και αυτό επειδή ο νόμος στην ΕΕ όπως και στην Ελλάδα, επιτρέπει στους νέους και τις νέες άνω των 15 ετών να αυτοδιαθέτονται σεξουαλικά όπως και με όποιον επιθυμούν. Στην Ελλάδα συγκεκριμένα η ηλικία συγκατάθεσης για συναίνεση είναι τα 15 έτη. Όπως ορίζεται στο άρθρο 339, καθώς και στα άρθρα 337, 348B του ελληνικού ποινικού κώδικα.

Και πως μόνο εάν αποδειχθεί πως ένας 15χρονος είχε σχέση εμπιστοσύνης (εξουσίας) μπορεί να θεωρηθεί αποπλάνηση ανηλίκου. Όχι όχι βιασμός. Εάν αποδειχθεί ότι δεν είχαν κάποια σχέση εμπιστοσύνης (δάσκαλος κτλ), τότε δεν υπάρχει αδίκημα. Και αυτό επειδή η νομοθεσία στην ΕΕ και την Ελλάδα προβλέπει πως οι νέοι άνω των 15 έχουν το δικαίωμα να αυτοδιαθέτονται σεξουαλικά με όποιον/α θέλουν.

Παρόλα αυτά όμως και ενώ ο Λιγνάδης κατηγορούνταν από άτομα άνω των 15 ετών, το metoo κατηγορούσε τον Λιγνάδη για παιδεραστία. Η οργή του κόσμου φούντωσε. Όπως και η απαίτηση για την προφυλάκιση του. Μια απαίτηση δηλαδή ενός παραπληροφορημένου από το metoo όχλου, την οποία η ανακρίτρια αποφάσισε να ικανοποιήσει. Σύμφωνα με τον δικηγόρο του Λιγνάδη, όπως και με απόψεις άλλων δικαστικών που κατά καιρούς έχουμε ακούσει, ο Λιγνάδης προφυλακίστηκε απλά για να ικανοποιήσει τον όχλο. Ο δικηγόρος του μάλιστα απέδωσε ευθύνες στην ανακρίτρια για παράνομες ενέργειες ως προς την προφυλάκιση του εντολέα του. Την κατηγόρησε δε πως άλλαξε τις ημερομηνίες του καταγγελλόμενου βιασμού από τις 8 Αυγούστου στις 27 Ιουλίου, όταν διαπιστώθηκε πως ο Λιγνάδης έλειπε όλο τον Αύγουστο στην Ιθάκη, και άρα είχε άλλοθι.

Ας δούμε όμως για τι ακριβώς κατηγορείτε ο Λιγνάδης από τα φερόμενα ως θύματα του.

Ας δούμε τι λέει στην κατάθεση του το πρώτο φερόμενο ως θύμα του Λιγνάδη. Στην κατάθεση του λοιπόν λέει πως στο παρελθόν ο Λιγνάδης του την είχε πέσει, αλλά μόλις αυτός εξέφρασε την δυσαρέσκεια του ο Λιγνάδης σταμάτησε. Μετά από αυτό μας εξηγεί πως συνέχισε να έχει φιλικές σχέσεις μαζί του περιμένοντας ανταλλάγματα από αυτόν όπως πχ την κοινωνική δικτύωση για την προσωπική του καριέρα. Και πως σε μια επίσκεψη στο σπίτι του κατηγορούμενου, αυτός του προσέφερε αλκοόλ και κάνναβη τα οποία το φερόμενο ως θύμα μια χαρά δέχτηκε, και πως εξαιτίας αυτών δεν μπορούσε να αντισταθεί στο σεξ που έκαναν και πως άρα αυτό ήταν βιασμός. Στην κατάθεση του λοιπόν χαρακτηρίζεται ο Λιγνάδης ως “δάσκαλο”, του, πως δηλαδή είχαν σχέση εμπιστοσύνης και άρα αποπλανήθηκε. Και μετά μας λέει πως κατά την διάρκεια του σεξ “πάγωσε” και πως άρα δεν ήταν ικανό να δώσει συναίνεση.

Ή έστω να εκφράσει δυσφορία.

Εδώ λοιπόν έρχεται ξανά τα όσα εξήγησα παραπάνω για την συναίνεση. Δηλαδή το φερόμενο ως θύμα δέχτηκε να καταναλώσει αλκοόλ και κάνναβη με τον κατηγορούμενο. Αλλά πως μετά, αφότου δέχτηκε, δεν είχε τον έλεγχο των πράξεων του. Και “πάγωσε“. Θυμηθείτε επίσης πως για όλα αυτά δεν έχει προσφέρει στοιχεία. Απλά καλούμαστε να τον “πιστέψουμε“. Ενώ ο Λιγνάδης που και αυτός είχε καταναλώσει αλκοόλ και κάνναβη μαζί του, είχε έλεγχο των πράξεων του. Ότι δηλαδή ενώ και οι δυο είχαν καταναλώσει αλκοόλ και κάνναβη, αυτός βιάστηκε και ο Λιγνάδης τον βίασε. Χωρίς στοιχεία για όλα αυτά πριν πολλά χρόνια.

Παρόλα αυτά οι καταθέσεις του φερόμενου ως θύματος και του μάρτυρα υπεράσπισης του, έρχονται σε σύγκρουση με τα στοιχεία. Και αυτό επειδή τις ημερομηνίες για τις οποίες αρχικά το φερόμενο ως θύμα ισχυρίστηκε ότι βιάστηκε από τον Λιγνάδη, ο Λιγνάδης έλειπε στο εξωτερικό.

Όπως και από πολλές άλλες αντιφάσεις του.

Την κατάθεση του δεύτερου φερόμενου ως θύματος του έχω αναλύσει διεξοδικά σε αυτό το βίντεο. Συνοπτικά το φερόμενο ως θύμα του Λιγνάδη κατέθεσε ότι δεν ήθελε να κάνει σεξ μαζί του, αλλά δεν το είπε ή έδειξε. Πως “πάγωσε“. Πως στο διπλανό δωμάτιο ήταν ένας φίλος του τον οποίο δεν φώναξε για βοήθεια. Ότι μετά επέστρεψε μαζί του στην Αθήνα. Πως είχε επικοινωνία μαζί του. Και ότι μήνες μετά από τον υποτιθέμενο βιασμό του, ζήτησε από τον Λιγνάδη να συγκατοικήσουν. Πράγματα δηλαδή που δεν τα χωράει ο ανθρώπινος νους. Ακούστε το βίντεο για να δείτε ποιοι ακριβώς ήταν οι ισχυρισμού του στην Δικαστική αίθουσα.

Αλέξης Κούγιας: “Σε αυτή τη φωτογραφία, ο Λιγνάδης είναι γυμνός από τη μέση και πάνω, έχετε δει την έκφραση σας; Αυτή η φωτογραφία είναι πέντε μήνες μετά το φερόμενο βιασμό σας”;
Μάρτυρας: “Βλέπω έναν άνθρωπο που ήταν πολύ ερωτευμένος και δεν τον ένοιαζε πλέον να πάει στο καμαρίνι του βιαστή του να του χαμογελάει και να φωτογραφίζεται”.

Αντιλαμβάνεστε πλέον για τι πράγμα μιλάμε; Πως ο βιασμός δεν είναι το φριχτό έγκλημα που γνωρίζαμε τόσα χρόνια, αλλά είναι ένα έγκλημα που γίνεται χωρίς να το γνωρίζει καν ο βιαστής, και που το θύμα συγκατοικεί μετά ερωτευμένο μαζί του και βγάζει χαμογελαστό φωτογραφίες μαζί του.

Το τρίτο φερόμενο θύμα δεν εμφανίστηκε καν στο Δικαστήριο. Συνέβαλλε δηλαδή στο να συλληφθεί ο κατηγορούμενος αλλά μετά έκρινε ότι δεν θέλει να ασχοληθεί άλλο για λόγους που επικαλέστηκε.

Το τέταρτο φερόμενο ως θύμα κατάθεσε ότι είχε αποφασίσει στα 17 του να μετακομίσει μαζί με τον κατηγορούμενο.

Να του καθαρίζει το σπίτι και να του μαγειρεύει, να έχουν δηλαδή τουλάχιστον μια εικονική σχέση, αλλά πως τρεις φορές που έκαναν σεξ ατό το σεξ δεν ήταν σεξ, αλλά βιασμός. Ότι τον βίασε δηλαδή τρεις φορές. Το γνώριζε ο Λιγνάδης εκείνη την στιγμή ότι δεν έκανε σεξ αλλά ότι βιάζε; Όχι. Έχει αυτό κάποια σημασία στην εξέλιξη της Δίκης; Όχι. Γιατί; Γιατί πολύ απλά το φερόμενο ως θύμα “πάγωσε” κι αυτό, και μετά “έκλαιγε στα κρυφά”. Ήξερε λοιπόν επίσης ο Λιγνάδης ότι είχε ήδη βιάσει και δεν είχε κάνει σεξ; Όχι. Γιατί; Γιατί “έκλαιγε στα κρυφά” και άρα ο Λιγνάδης δεν ήξερε ότι είχε βιάσει και προσπάθησε να κάνει σεξ και δεύτερη φορά, που πάλι δεν ήξερε ότι βιάζει και δεν κάνει σεξ. Επειδή πάλι δεν του το είπε επειδή “πάγωσε” και πάλι δεν το έμαθε μετά επειδή “έκλαιγε στα κρυφά”.

Άρα λοιπόν με την λέξη “συναίνεση” τόσο γενικά και τόσο αόριστα στην νομοθεσία μας περί βιασμού, ο φεμινισμός δημιούργησε μια συνθήκη κοινωνική αλλά και ποινική, όπου κυριολεκτικά οποιοδήποτε σεξ έχει κάνει ένας άντρας με οποιαδήποτε γυναίκα ή άντρα, ακόμα και τον/την σύντροφο του, μπορεί να είναι βιασμός. Εκτός και εάν το φερόμενο ως θύμα ισχυριστεί πως δεν ήταν. Επειδή δεν “πάγωσε” και άρα ήταν ικανό να δώσει συναίνεση.

Σου λέει ναι είμασταν παντρεμένοι ή τα είχαμε, ήθελε να κάνουμε σεξ, εγώ δεν ήθελα, δηλαδή δεν είχα δώσει συναίνεση, αλλά δεν του το είπα επειδή είχα “παγώσει”, και άρα αυτός με βίασε 20 χρόνια πριν. Βάλτε τον φυλακή”. Ή πως ρε παιδί μου “πριν από 10 χρόνια τα είχαμε ή φλερτάραμε, και μου προσέφερε αλκοόλ και άρα “πάγωσα” ή/και δεν ήμουν σε θέση να δώσω συναίνεση”.

Για αυτή την δύναμη πανηγύριζε το 2019 ο φεμινισμός παρουσιάζοντας την ως “μεγάλη νίκη”.

Και για αυτό η Δίκη Λιγνάδη είναι τόσο σημαντική για το κίνημα του.

Αυτή είναι η κατάθεση ενός από τα φερόμενα ως θύματα βιασμού στην υπόθεση Φιλιππίδη.

Πρόεδρος: Πως μπορέσατε να ξεχάσετε τον βιασμό σας;
Καταγγέλλουσα: Όλο αυτό που μου έχει συμβεί είναι κομματιασμένο στη μνήμη μου.
Πρόεδρος: Γιατί ξαναπήγατε να συναντήσετε τον Πέτρο Φιλιππίδη;
Καταγγέλλουσα: Δεν είχα αξιολογήσει ότι είναι βιασμός.

Τα συμπεράσματα δικά σας.

Related Posts

Leave a comment